| Το Βήμα, 09 Μαρτίου 2008
ΕΘΝΙΚΙΣΤΕΣ Ή ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ;
Πατριωτισμός, εθνικισμός, σοβινισμός
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΛΟΥΡΗ Στην αρχή το θέμα ήταν σύνθετο: αφορούσε τον αλυτρωτισμό των εθνικιστών της πΓΔΜ, τις απειλές κατά της Ελλάδας, καθώς και τη χρήση ελληνικών εθνικών συμβόλων. Μετά την ενδιάμεση συμφωνία του 1995 το ζήτημα που διχάζει σήμερα είναι το όνομα. Γιατί όμως αντιδρά η Ελλάδα στον αυτοπροσδιορισμό της πΓΔΜ ως «Δημοκρατίας της Μακεδονίας»; Ποιο εθνικό της συμφέρον βλάπτεται; Κινδυνεύουν η πολιτιστική μας κληρονομιά και τα εθνικά μας σύμβολα να «αλωθούν» από τους γείτονες Σκοπιανούς ή μήπως η πολιτική που ακολουθεί η ελληνική κυβέρνηση στο θέμα της ονομασίας χαϊδεύει το εύκολο πάθος και τον εθνικισμό - μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης - αλλά αγνοεί το εθνικό συμφέρον; Τα συλλαλητήρια την περασμένη Τετάρτη - και άλλες παρομοίου περιεχομένου εκδηλώσεις - περιεγράφησαν περισσότερο με όρους «εθνικιστικού παραληρήματος» παρά πατριωτικής έξαρσης. Ποια είναι λοιπόν η εννοιολογική διαφορά μεταξύ πατριωτισμού και εθνικισμού; Είμαστε, εν κατακλείδι, εθνικιστές ή πατριώτες; Στην έξοδό του από το Προεδρικό Μέγαρο, την περασμένη Τρίτη, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας μίλησε για την ανάγκη ενός «νέου πατριωτισμού» που θα ορίζεται με διαφορετικά κριτήρια, φέρνοντας ως παραδείγματα τη μη συμμετοχή ελλήνων στρατιωτών σε αποστολές σε ξένες χώρες και τη μη εκχώρηση της εκμετάλλευσης εθνικών πόρων σε αυτό που θα ονομάζαμε «ξένα συμφέροντα». Μέσα στη συγκυρία της κρίσης του «μακεδονικού» ζητήματος, ο «νέος πατριωτισμός» φαινόταν να αντιπαρατίθεται, έστω και υπόρρητα, προς έναν «παλαιό πατριωτισμό», εκείνον που θα εξέφραζε το συλλαλητήριο της επόμενης μέρας. Ή μήπως θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για έναν «αριστερό πατριωτισμό» έναντι ενός «δεξιού εθνικισμού»; Γιατί βεβαίως το συλλαλητήριο της Τετάρτης και εκείνα των αρχών της δεκαετίας του ’90 περιγράφηκαν περισσότερο με όρους «εθνικιστικού παραληρήματος» παρά πατριωτικής έξαρσης. Ωστόσο ποια είναι η εννοιολογική διαφορά μεταξύ πατριωτισμού και εθνικισμού; Είναι σωστή η διάκριση ανάμεσα σε έναν «καλό» εθνικισμό, που ονομάζεται «πατριωτισμός», και έναν «κακό» εθνικισμό, που έχει πολλές ποικιλίες, με κυρίαρχες εκείνες του ρατσισμού και του σωβινισμού; Είναι γνωστή η ρήση του Ντε Γκωλ, που φαίνεται να απαντά σε αυτό το ερώτημα: «Πατριωτισμός είναι όταν βάζεις πάνω απ’ όλα την αγάπη για τη χώρα σου. Εθνικισμός είναι όταν βάζεις πάνω απ’ όλα το μίσος για τις άλλες». Είναι γνωστό επίσης ότι ο όρος «σωβινισμός» σημαίνει τον υπερβολικό, πολεμοχαρή και φανατικό εθνικισμό και προέρχεται από τον γραφικό, ξεχασμένο ήδη στην εποχή του, γάλλο στρατιώτη της εποχής του Ναπολέοντα, τον Nicolas Chauvin. Εν τούτοις σήμερα ο όρος «εθνικισμός» χρησιμοποιείται ως συνώνυμος του όρου «σωβινισμός», κάτι που δεν είναι ακριβές. Ο εθνικισμός είναι μια σύγχρονη ιδεολογία που συνδέεται με τη νεωτερικότητα, δηλαδή με όλους τους ιστορικούς μετασχηματισμούς που συνέβησαν στη Δ. Ευρώπη από τον 16ο ως τον 18ο αι. – προτεσταντισμός, καπιταλισμός, διαφωτισμός, εκβιομηχάνιση. Οι εθνικισμοί μεταξύ 1820 και 1920 άλλαξαν τη μορφή του Παλαιού Κόσμου στο δυτικό ημισφαίριο, επιβάλλοντας μάλιστα τον τρόπο που σήμερα αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Σύμφωνα με έναν από τους γνωστότερους μελετητές του εθνικισμού, τον Elie Kedourie, «η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι η ανθρωπότητα εκ φύσεως συγκροτείται από έθνη, πως τα έθνη χαρακτηρίζονται από γνωρίσματα συγκεκριμένα και εμπειρικά διαπιστώσιμα και πως, πέρα από την εθνική αυτοδιάθεση, δεν νομιμοποιείται κανένας άλλος τύπος διακυβέρνησης». Το εντυπωσιακότερο με τον εθνικισμό είναι ότι, σε αντίθεση με άλλες ιδεολογίες, απέκτησε καθολική και παγκόσμια ισχύ, και συνδυάστηκε, λόγω της χαμαιλεόντειας προσαρμοστικότητάς του, με άλλες, αντιφατικές μεταξύ τους ιδεολογίες, όπως ο φασισμός, ο φιλελευθερισμός και ο κομμουνισμός. Το ερώτημα που τίθεται επίσης σχετικά με τον εθνικισμό είναι πώς οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους για μια «φαντασιακή κοινότητα» όπως το έθνος. Το έθνος εμπνέει πράγματι αγάπη που μπορεί να οδηγήσει στην αυτοθυσία. Και μάλιστα η θυσία αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη ηθική βαρύτητα αν συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι η πατρίδα δεν είναι ζήτημα ατομικής επιλογής. Στο λεξιλόγιο του εθνικισμού το «ανήκειν» σε ένα έθνος αποτελεί «φυσική» ιδιότητα και τα μέλη του έθνους συνδέονται μεταξύ τους με ένα είδος συγγενικού δεσμού, νιώθουν μεταξύ τους αδέλφια, χωρίς να χρειαστεί να συναντήσει ποτέ ο ένας τον άλλον. Μέσα από μια υπερταξική αλληλεγγύη, που παραβλέπει τις ανισότητες και την εκμετάλλευση που υπάρχουν σε όλες τις κοινωνίες, τα μέλη του έθνους αυτοπροσδιορίζονται ως μια μεγάλη οικογένεια. Γι’ αυτόν τον λόγο άλλωστε, παρά την πολιτισμική και πολιτική συγκρότηση των εθνών, η έμφαση, τουλάχιστον σε ρητορικό και φαντασιακό επίπεδο, τοποθετείται στους «δεσμούς αίματος». Θεωρούμε ότι η αγάπη προς το έθνος, την πατρίδα, συνιστά τον πατριωτισμό. Η προφανής αυτή ερμηνεία μάς κάνει εν τούτοις να ξεχνάμε ότι ο σύγχρονος πατριωτισμός συνδέεται πρωτίστως με το νεωτερικό, συγκεντρωτικό κράτος και ότι η πρωτότυπη ιδέα του γεννήθηκε κατά την ιστορική στιγμή της μετατροπής των υπηκόων σε πολίτες, στη μετάβαση από το απολυταρχικό Παλαιό Καθεστώς στη νεωτερική δημοκρατική πολιτεία. Θα μπορούσαμε βεβαίως να αποδεχθούμε ότι ο πατριωτισμός, ως αγάπη για την πατρίδα και ζήλος για την υπεράσπισή της, αποτελεί διαχρονικό και οικουμενικό συναίσθημα. Το περιεχόμενό του ωστόσο και το ποιος θεωρείται πατριώτης σε κάθε ιστορική περίοδο διαφοροποιούνται. Ο ελληνο-ρωμαϊκός πατριωτισμός της «πατρίδος» και της «patria» ήταν η πίστη στην πόλη και όχι στο έθνος. Ο γιακωβινικός, λαϊκός πατριωτισμός, που δημιουργήθηκε στη Γαλλική Επανάσταση, είχε πολιτική και όχι πολιτισμική βάση. Στη συνέχεια ο εκδημοκρατισμός της πολιτικής ενίσχυσε, και συχνά δημιούργησε, τον κρατικό πατριωτισμό. Στο νέο σύστημα των εθνών-κρατών που οικοδομούνται τον 19ο και 20ό αιώνα, οι κυβερνήσεις ζητούν από τους πολίτες τους ενεργό πατριωτισμό, ο οποίος εξασφαλίζεται ακριβώς μέσω της προσήλωσης στο έθνος. Η αφοσίωση στο έθνος μεταφράζεται συνεπώς σε νομιμοφροσύνη προς το κράτος. Τα κράτη άλλωστε έχουν κάθε συμφέρον να επιτύχουν την κοινωνική συνοχή, ενισχύοντας τα συναισθήματα και τα σύμβολα της εθνικής κοινότητας και ενδυναμώνοντας τον κρατικό πατριωτισμό. Σήμερα εξάλλου όλο και συχνότερα τα όρια του πατριωτισμού προσδιορίζονται από τα κρατικά σύνορα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πατρίδα έχει εδαφικότητα. Αυτό όμως που αξίζει να επισημανθεί είναι ότι η ιστορικότητα προσαρμόζεται στην κρατική εδαφικότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταξύ των επιχειρημάτων στη σύγχρονη «μακεδονική διαμάχη» συγκαταλέγονται και εκείνα που προσδιορίζουν αν τα κέντρα της αρχαίας Μακεδονίας βρίσκονταν εκτός ή εντός των σημερινών ελληνικών συνόρων. Η ίδια επιχειρηματολογία ωστόσο αναφέρεται σε πολιτισμική συνέχεια, η οποία προφανώς δεν ταυτίζεται με κρατικά σύνορα. Οι ποικίλες αντιφάσεις που παρατηρούνται στη σημερινή συγκυρία οφείλονται, μεταξύ άλλων, και στο γεγονός ότι η διευρυμένη αντίληψη του έθνους που είχε παραδοσιακά ο ελληνικός εθνικισμός (διασπορά, ομογένεια, αλύτρωτες περιοχές) συγκρούεται με τον πραγματιστικό κρατικό πατριωτισμό του σύγχρονου ελληνικού έθνους-κράτους. Η κυρία Χριστίνα Κουλούρη είναι καθηγήτρια Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. |
To Vima, 2008. március 9.
NACIONALISTÁK VAGY PATRIÓTÁK?
Hazafiság, nacionalizmus, sovinizmus
HRISTINA KOULOURI Az elején összetettebb volt a helyzet: Macedónia, Volt Jugoszláv Tagköztársaság nacionalistáinak irredentizmusáról, valamint görög nemzeti szimbólumok használatáról szólt. Az 1995-ös köztes megállapodást követően a probléma mára a névhasználat kérdése lett. De miért is tiltakozik Görögország a Macedónia, Volt Jugoszláv Tagköztársaság „Macedón Köztársaság” önmeghatározása ellen? Milyen nemzeti érdekei sérülnek ezzel? Az a veszély fenyegeti a kulturális örökségünket és a nemzeti szimbólumainkat, hogy elbitorolják azokat szkopjei szomszédaink, vagy esetleg a névhasználat témájában folytatott görög kormánypolitika hízelegni kíván a – közvélemény nagyobbik része által képviselt – olcsó pátosznak és nacionalizmusnak, miközben nem vesz tudomást a nemzeti érdekekről? Az előző szerdai tömegtüntetésekről – és egyéb hasonló tartalmú rendezvényekről – inkább számoltak be „nacionalista lózungokkal”, mint hazafias pátosszal. Mi is tulajdonképpen az értelmi különbség a hazafiság és a nacionalizmus között? Végezetül mik vagyunk mi, nacionalisták vagy patrióták? Az Elnöki Palotából kifelé tartva, az előző kedden a SYRIZA pártelnöke Alexis Tsipras egy az eddig szokásostól eltérő kritériumok alapján meghatározott „új patriotizmus” szükségességéről beszélt, példaként említve a görög katonák kivonását külhoni küldetésekből és a nemzeti források át nem engedését külföldi érdekeltségek számára. A makedón kérdés újbóli fellángolásával egybeesően az „új patriotizmus” fogalma, hacsak célzás szintjén is, de mintha szembe helyezkedett volna azzal a „régi patriotizmussal”, amely a következő napon a tömeggyűlés szellemiségét áthatotta. Vagy az is lehet, hogy meg kéne különböztetnünk bal- és jobboldali hazafiságot? Mert hiszen a szerdai tömegtüntetésekről – és a kilencvenes évek elejének hasonló rendezvényeiről – inkább számoltak be „nacionalista lózungokkal”, mint hazafias pátosszal. Mi is tulajdonképpen az értelmi különbség a hazafiság és a nacionalizmus között? Helyes különbséget tenni egyfajta „jó” nacionalizmus (amit hazafiságnak nevezünk) és „rossz” nacionalizmus között, mely utóbbinak többféle fajtája is van, legfőképpen a rasszizmus és a sovinizmus? Ismert De Gaulle-nak az a mondása, amely úgy tűnik, hogy választ ad erre a kérdésre: „Hazafiság az, amikor mindenek fölé helyezi az ember a hazája iránti szeretetét. Nacionalizmus az, amikor mindenek fölébe helyezi az ember mások hazája iránti gyűlöletét.” Úgyszintén ismert, hogy „sovinizmuson” a túlzó, harcias és fanatikus nacionalizmust értjük, amely a napóleoni időkben élt, már a saját korában is elfeledett Nicolas Chauvin nevű francia katonától ered. Mindazonáltal manapság a „nacionalizmust” a „sovinizmus” szinonimájaként szokás használni, ami nem pontos. A nacionalizmus egy modern eszme, amely az újkorhoz kötődik, tehát mindazon történelmi átalakuláshoz (protestantizmus, kapitalizmus, felvilágosodás, iparosodás), amely Nyugat-Európában ment végbe a 16. és 18. század között. 1820 és 1920 között a nacionalizmusok megváltoztatták a Régi Világ képét a nyugati féltekén, s létrehozták azt a szemléletmódot, amellyel ma is érzékeljük a világot. A nacionalizmus egyik legismertebb kutatója, Elie Kedourie szerint „ez az elmélet azon alapul, hogy az emberiség természeténél fogva nemzetekből áll, ezeknek a nemzeteknek jellegzetes ismérveik vannak, tapasztalati úton megkülönböztethetőek egymástól, s hogy a nemzeti önrendelkezésen kívül nem törvényesíthető semmiféle egyéb kormányzás”. A leglenyűgözőbb a nacionalizmusban az, hogy ellentétben más ideológiákkal, általános és az egész világra kiterjedő érvényű lett, és a kaméleoni alkalmazkodóképességének köszönhetően összefonódott más, egymásnak is ellentmondó ideológiákkal, mint például a fasizmussal, liberalizmussal, kommunizmussal. A nacionalizmussal kapcsolatban felmerül még az a kérdés is, hogyan képesek emberek feláldozni az életüket egy olyan „képzeletbeli közösségért”, mint amilyen a nemzet. A nemzet valóban szeretettel tölt el, ami az önfeláldozáshoz is elegendő akár. S ez az áldozat ráadásul még nagyobb erkölcsi teherre tesz szert, ha belegondolunk abba, hogy a haza nem személyes választás kérdése. A nacionalizmus szótárában a nemzethez való „tartozás” az egyén „természetes” tulajdonsága, a nemzet tagjait egyfajta rokoni szál köti össze, testvéreiknek érzik egymást anélkül, hogy bármikor is találkozniuk kéne. A minden társadalomban létező egyenlőtlenségek és kizsákmányolások figyelmen kívül hagyásával, a nemzet tagjai egy osztályokon felül álló szolidaritáson keresztül egy közös, nagy családnak tekintik magukat. S pontosan ezért, a nemzetek kulturális és politikai egységénél is markánsabb – legalábbis a retorika és képzelet szintjén – a „vérségi összetartozás” hangsúlyozása. Úgy tartjuk, hogy a nemzet és a haza iránti szeretet a hazafiság. Ugyanakkor ez a magától értetődő értelmezés elfeledteti velünk azt a tényt, hogy a modern patriotizmus mindenek előtt az újkori, központosító állammal áll összefüggésben, s hogy ennek az eszményképe abban a történelmi pillanatban született, amikor az alattvalókból állampolgárok lettek, s az abszolutista Ancien Régime újkori, demokratikus állammá vált. Természetesen elfogadhatnánk, hogy a hazafiság, mint a haza iránt érzett szeretet, s annak megvédésére irányuló buzgalom egy korszakokon átívelő, egyetemes érzés. A tartalma, s hogy ki tekinthető egyáltalán hazafinak az egyes történelmi időszakokban más és más. A „patris”-hoz, illetve „patria”-hoz fűződő hellén-római patriotizmus a „polis”-ban, s nem a nemzetben való hitet jelentette. A francia forradalomban megszülető jakobinus, népi patriotizmus politikai, s nem kulturális alapokon állt. Később a politika demokratizálódása megerősítette, s nem ritkán létrehozta az állami patriotizmust. A 19-20. században megalakuló nemzetállamok új rendszerében a kormányok aktív hazafiságot várnak el a polgároktól, aminek biztosítéka a nemzeti elkötelezettség. Következésképpen a nemzet iránti odaadás egyet jelent az állami lojalitással. Az államnak pedig minden érdeke, hogy a nemzetközösség érzelmeinek és szimbólumainak erősítésével, valamint az állampatriotizmus megszilárdításával megvalósítsa a társadalmi kohéziót. Ma azt figyelhetjük meg, hogy a patriotizmus határai egyre gyakrabban esnek egybe az állam határaival. Nem férhet kétség hozzá, hogy a haza területiséggel rendelkezik. Amit viszont érdemes megjegyezni az az, hogy a történelmiség az államterülethez igazodik. Jellemző, hogy a modern „makedón konfliktus” érvei között vannak olyanok is, amelyek azt boncolják, hogy az ókori Makedónia központjai a mai Görögország államhatárain belül vagy kívül voltak. Mégis, ugyanez az érvelés kulturális folytonosságra hivatkozik, ami viszont mentes az államhatároktól. Az érvek-ellenérvek csatájában tapasztalható sokféle ellentmondás többek között annak a ténynek tudható be, hogy a nemzetet hagyományosan tágabb értelemben felfogó görög nacionalizmus (diaszpóra, külföldre szakadt görögség, elszakadt területek) szembekerül a modern görög nemzetállam tényleges állampatriotizmusával. Hristina Koulouri a Peloponnészoszi Egyetem Újkortörténeti Tanszékének tanára.
Fordította: Purosz Alexandrosz |
|
Szegedi Görög Kisebbségi Önkormányzat, 6721 Szeged, Osztrovszky u. 6., Tel.: + 36 62 424-248, 424-249, 547-966/fax, Email: info@szegedigorogok.hu