| ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 25/01/2008
ΕΡΕΥΝΑ ΓΣΕΕ: Οι περισσότεροι φοιτητές από εύπορες οικογένειες
Τα θρανία της ανισότητας
Της ΑΝΝΑΣ ΑΝΔΡΙΤΣΑΚΗ Ενας στους τρεις Ελληνες που αποτελούν τη λεγόμενη «καρδιά των εργαζομένων», τη θεωρούμενη πιο δυναμική κατηγορία πολιτών, ηλικίας 30-40 ετών, έχει φοιτήσει «το πολύ μέχρι το Γυμνάσιο». Αντίθετα, μόλις ένας στους πενήντα διαθέτει μεταπτυχιακό-διδακτορικό. Στοιχεία-έκπληξη για το μορφωτικό επίπεδό μας, το οποίο, ωστόσο, αποτελεί βασικό όπλο ενάντια στη φτώχεια. Οσο υψηλότερο είναι το μορφωτικό επίπεδο, τόσο μικρότερος ο κίνδυνος της φτώχειας. Ωστόσο, όπως επιβεβαιώνει η αποκαλυπτική έρευνα της ΓΣΕΕ (του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής), η εκπαίδευση στην Ελλάδα παραμένει ταξική και, επιπλέον, περιφερειακά άνιση. Οι περισσότεροι φοιτητές προέρχονται από εύπορες οικογένειες. Με άλλα λόγια, αν λάβουμε υπ' όψιν ότι οι δείκτες βελτίωσης του μορφωτικού επιπέδου αποτελούν ένα από τα δύο βασικά κριτήρια της αξιολόγησης των πολιτικών για την καταπολέμηση της φτώχειας (το άλλο είναι η παιδική θνησιμότητα), τότε η Ελλάδα δεν βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση. Να το πούμε αλλιώς: Αν κάποιος από 30-40 ετών είναι εργαζόμενος και έχει λάβει τη στοιχειώδη υποχρεωτική (ή και λιγότερο από αυτήν) εκπαίδευση, τότε οι πιθανότητες αξιοπρεπούς επιβίωσης όλο και λιγοστεύουν, ενώ τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα αν είναι γονέας, ενώ αν πρόκειται για γυναίκα, πρέπει να ανησυχεί. Το ποσοστό κινδύνου οικονομικής επισφάλειας είναι υψηλότερο στις γυναίκες (20,9%), σε σχέση με τους άνδρες (18, 3%). Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από τους ερευνητές του ΚΑΝΕΠ είναι αποκαλυπτικά, ακόμη και για τους ίδιους, που περίμεναν ότι το προαναφερόμενο προφίλ του σύγχρονου Ελληνα ανήκε στο παρελθόν. Εξίσου αποκαλυπτικά, όμως, είναι και τα δεδομένα που προκύπτουν σε ό,τι αφορά τον καθοριστικό ρόλο της εκπαίδευσης στην κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη των πολιτών και της χώρας, αλλά από την άλλη και των ανισοτήτων σ' αυτήν, εξαιτίας της «ανισόρροπης εκπαιδευτικής ανάπτυξης», που βασίζεται σ' ένα σύστημα το οποίο συντηρεί και αναπαράγει «έναν ιδιότυπο ανορθολογισμό, που αγγίζει τα όρια του παραλογισμού». Αυτό τόνισε χθες ο υπεύθυνος των ερευνητικών προγραμμάτων του ΚΑΝΕΠ και παρουσιαστής της έρευνας, Νίκος Παΐζης. Ανάμεσα στα σημαντικά ευρήματα της έρευνας, εντάσσονται: - Ο συσχετισμός του κοινωνικού αποκλεισμού στην πρόσβαση σε ΑΕΙ και ΤΕΙ με τους δείκτες οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης. - Η ανάδειξη της γεωγραφίας των ανισοτήτων στην εκπαίδευση. - Η σύνδεση της σχολικής αναποτελεσματικότητας με τη διαφαινόμενη απαξίωση της γνώσης. Αναλυτικότερα: Οι επιπτώσεις του επιπέδου εκπαίδευσης των μελών των νοικοκυριών στη φτώχεια αναδεικνύεται, ανάμεσα σε άλλα, από τα εξής στοιχεία: - Το 83,7% των φτωχών είναι αναλφάβητοι, έχουν τελειώσει μερικές τάξεις του Δημοτικού, Δημοτικό ή Γυμνάσιο, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τους μη φτωχούς εκτιμάται στο 47,3%. - Οι μη φτωχοί που έχουν μεταπτυχιακό είναι 24 φορές περισσότεροι από τους αντίστοιχους φτωχούς. - Το 54,2% αυτών που δεν έχουν πάει καθόλου σχολείο (αναλφάβητοι) απειλείται από φτώχεια. Το αντίστοιχο ποσοστό για άτομα που έχουν τελειώσει ΑΕΙ μειώνεται δραστικά, στο 4,2%. Οι «κραυγαλέες» κοινωνικές ανισότητες στον χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης έχουν πολλές αφετηρίες και διαδρομές. Σύμφωνα με την έρευνα, υπάρχουν: - Περιοχές με χαμηλό δείκτη ευημερίας, αλλά χαμηλό δείκτη πρόσβασης στα ΑΕΙ. Σε Ροδόπη και Ξάνθη, το 52% έχουν πάρει υποχρεωτική μόρφωση, ενώ στην Ευρυτανία το 42,94%. - Περιοχές με υψηλό δείκτη ευημερίας και υψηλό δείκτη πρόσβασης. Χαρακτηριστικές είναι οι Αθήνα (29,16% είναι πτυχιούχοι ΑΕΙ), Θεσσαλονίκη (29,12%), Ιωάννινα (30,09%), Χίος (26,16%) και Χανιά. - Περιοχές με αντιθέσεις. Αλλες με χαμηλό δείκτη ευημερίας και υψηλό δείκτη πρόσβασης, όπως οι Σέρρες και η Καρδίτσα, αλλά και αντίθετα, δηλαδή με υψηλούς οικονομικούς δείκτες, αλλά χαμηλούς εκπαιδευτικούς δείκτες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατηγορίας αποτελούν οι τουριστικές περιοχές (Ζάκυνθος, Κυκλάδες), όπου διαπιστώνεται απαξίωση της γνώσης, αλλά και άλλες περιοχές, όπως ο Νομός Ρεθύμνου -και ειδικά στα ορεινά. Το 40% των κατοίκων έχουν λάβει υποχρεωτική μόρφωση, ενώ το 25% μόνο του Δημοτικού. Εδώ και χρόνια παρατηρείται το φαινόμενο της σχολικής διαρροής. Η περιοχή, όμως, ευημερεί. Η ευκολία πλουτισμού, τα προϊόντα παραοικονομίας και φοροδιαφυγής -που τώρα διερευνώνται, με αφορμή τα επεισόδια στα Ζωνιανά- ήταν και παραμένουν λόγοι απαξίωσης του σχολείου ως εργαλείου κοινωνικής καταξίωσης. Το ότι υπάρχουν εκπαιδευτικές ανισότητες δεν αποτελεί είδηση, λένε οι ερευνητές της ΓΣΣΕ. Το ότι όμως η εθνική εκπαιδευτική πολιτική αδικεί κατάφωρα τις περιοχές που μειονεκτούν, δεν έχει αναδειχθεί. - Ο πολιτικός σχεδιασμός είναι αποκλειστικά κεντρικός και εξειδικεύεται με τον αυτό τρόπο στις περιφέρειες. - Το -κοινωνικά και συνταγματικά- κεκτημένο της δωρεάν Παιδείας αφενός βάλλεται, αφετέρου δεν επαρκεί για να υπάρξει ουσιαστική ισότητα ευκαιριών στην πρόσβαση στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Οι φοιτητές εξακολουθούν στην πλειονότητά τους να προέρχονται από εύπορες οικογένειες, ενώ ο αριθμός αυτών που προέρχονται από τα πολυπληθέστερα λαϊκά στρώματα είναι αναλογικά εξαιρετικά χαμηλός. Και αυτή η δυσαναλογία, αντί να μειώνεται, εντείνεται. - Και από την άλλη, εξακολουθούμε να δίνουμε τεράστια ποσά στην παραπαιδεία. Τα ελληνικά νοικοκυριά έδωσαν τη χρονιά 2004-2005 4.371.300.000 ευρώ. |
Eleftherotipia, 2008. január 25.
A GSEE (Görög Munkások Általános Szövetsége) vizsgálata: A legtöbb egyetemista jómódú családból érkezik
Az egyenlőtlenség iskolapadjai
ANNA ANDRITSAKI írása A dolgozók „magját” kitevő, a polgárok legdinamikusabb kategóriájának tartott 30-40 évesek táborából minden harmadik görög végzettsége maximum gimnázium. Ezzel szemben csak minden ötvenedik fő rendelkezik doktorátussal. Meglepetéssel zárult a kutatás, amely a képzettséget vizsgálta, amely a szegénység elleni küzdelemben az egyik leghatásosabb fegyverünk lehet. Minél magasabb az iskolai végzettség, annál kisebb a szegénység veszélye. Mindazonáltal, ahogy azt a GSEE (Oktatáspolitikai Fejlesztő Központjának – KANEP) leleplező vizsgálata is igazolni látszik, a képzés Görögországban osztályhoz kötött marad, és körzetileg egyenetlen. A legtöbb egyetemista jómódú családból érkezik. Más szavakkal, ha figyelembe vesszük, hogy a politikusok értékeléseiben a szegénység elleni küzdelem témájában a két fő kritériuma közül az egyik a műveltségi javításának indexe (a másik a csecsemőhalandóság), akkor Görögország nincs igazán előnyös helyzetben. Ha valaki 30-40 év közötti munkavállaló, és csak a kötelező alapfokú oktatást teljesítette (vagy annál is kevesebbet), akkor az esélye a tisztes megélhetésre eléggé kicsi, de a dolog még rosszabb, ha szülő az illető, sőt ha nőről van szó, aggasztónak is nevezhető. Az anyagi bizonytalanságra nagyobb esélyei vannak a nőknek (20,9%), mint a férfiaknak (18,3%). A megdöbbentő adatok tanúsága szerint Görögország mai képe a erősen a múltban gyökerezik, az oktatásban, amelynek meghatározó a szerepe a polgárok és az ország gazdasági-társadalmi felemelkedésében, ugyanakkor egy olyan oktatási szisztéma jellemző, amely elavult, és amely néha abszurdnak is nevezhető. A hivatalosan közzétett eredményekből kitűnik, hogy nincs mindenkinek ugyanannyi esélye hozzájutni a tecnológiai (TEI) és felsőoktatási (AEI) képzéshez: ez függ a társadalmi helyzettől, és földrajzi hovatartozástól is. Részletesebben megvizsgálva mindezeket, a következő adatok érdemelnek figyelmet: – A szegények 87%-a analfabéta, csak az általános iskola vagy esetleg a gimnázium néhány osztályát fejezte be. A nem szegények esetében ez az arány 47%. – 24-szer több a nem szegény, mint a szegény posztgraduális végzettségű. – Az analfabéták 54,2%-át fenyegeti a szegénység veszélye, míg a tecnikumot végzetteknél ez az arány csak 4,2%. – Az alacsony jólétű területeken élőknek kisebb az esélye a felsőfokú oktatásra. Például Rhodopi és Ksanthi területén a lakosok 52%-a fejezi be a kötelező okatatást, az Evros vidékén ez 42,94%. – Vannak városok, ahol magas az életszinvonal, és könnyű a hozzáférés a tanulmányokhoz. Ilyenek: Athén (29,16% felsőfokú végzettségű), Thessaloniki (29,12%), Jannina (30,09%), Khios (26,16%) és Chania. Ugyanakkor vannak olyan vidékek, ahol a két mutató (jólét és iskolázottság) között igen nagy a kontraszt: – Például Serres és Karditsa környékén alacsonyabb jólét és ugyanakkor több oktatási intézmény van, míg ezzel ellenkezően, vannak olyan területek, ahol alacsony iskolázottsági mutatók mellett viszonylag nagy a jólét. Ezen utóbbi kategóriába tartoznak a turizmus által feljkapott vidékek (pl. Zakynthos, Kykládok), ahol alacsony végzettség mellett is könnyű meggazdagodni. Így például ilyen Rethymno megye is. Itt a lakosok 40%-a csak a kötelező iskolákat fejezte be, 25% pedig csak az általánost. Évek óta megfigyelhető az iskolából való lemorzsolódás jelensége. a vidék ugynakkor jólétben él, viszonylag könnyű meggazdagodni ami köszönhető az árnyékgazdaságnak és az adócsalásoknak. Az, hogy léteznek az oktatásban egyenlőtlenségek, nem hír. Ugyanakkor a vidék igazságtalanul háttérbe van szorítva az oktatásban (is). A görög politikai struktúra centrális mivolta sem kedvez a perifériáknak. Bár egyfelől alkotmányosan rögzített mindenki joga az ingyenes oktatáshoz, másfelől ez a valóságban nem valósul meg. Az a tendencia, hogy a felsőoktatásban tanulók főként gazdagabb családokból érkeznek, és a szegényebb diákok száma alacsony, nem visszaszorul, hanem inkább egyre erősödik. Ugyanakkor az ingyenes oktatás mellett a görög háztartások hihetetlen összegeket költenek a magániskolákra. 2004-2005 között ez például 4.371.300.000 Euró volt. Magyarul összefoglalta: Bakonyi
Eszter |
|
Szegedi Görög Kisebbségi Önkormányzat, 6721 Szeged, Osztrovszky u. 6., Tel.: + 36 62 424-248, 424-249, 547-966/fax, Email: info@szegedigorogok.hu