| ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 11/09/2007
Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ παραδέχθηκε ότι το 20% των
Ελλήνων ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, αλλά...
Το απέραντο πτωχοκομείον
Των ΑΡΗ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ - ΙΩΑΝΝΑΣ ΣΩΤΗΡΧΟΥ
«...και όλα τ' άλλα φήμες και ψευτιές
κι ανοησίες και στατιστικές...»
Ελσα σε φοβάμαι, /Δ. Σαββόπουλου
Μπορεί οι προεκλογικές συνθήκες να μην επιτρέπουν συζήτηση
σε βάθος. Για τη φτώχεια, όμως, αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.
Οι στατιστικοί δείκτες που επικαλέστηκε ακόμη και ο πρωθυπουργός δείχνουν
ότι το 20% των Ελλήνων ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, όμως το ποσοστό
αυτό με βάση τις ανάγκες που οι ίδιοι δηλώνουν φτάνει το 50%.
Πώς γίνεται αυτό; Οπως μας εξηγεί ο οικονομολόγος-ερευνητής του Εθνικού
Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) Ηλίας Κικίλιας, το 20% ως ποσοστό
φτώχειας προκύπτει από έναν «αυθαίρετο» υπολογισμό με βάση το μέσο εισόδημα.
Δηλαδή, θεωρούν οι επιστήμονες ότι όσοι βρίσκονται κάτω από το 60% αυτού
του μέσου εισοδήματος είναι φτωχοί.
Συγκεκριμένα, για το έτος 2005 το στατιστικό όριο φτώχειας είναι 11.866
ευρώ για οικογένεια δύο ενηλίκων με δύο παιδιά. Το οποίο ανάγεται σε
14 μισθούς των 850 ευρώ . Φτάνουν όμως αυτά τα χρήματα για να καλυφθούν
οι βασικές ανάγκες των νοικοκυριών; Κάθε άλλο,μ αν λάβουμε υπόψη τις
εκτιμήσεις των ίδιων των ερωτώμενων.
Οπως αναφέρει ο Η. Κικίλιας στην αδημοσίευτη εργασία του με τίτλο «Η
εξέλιξη των στατιστικών δεικτών εισοδηματικής φτώχειας και κοινωνικού
αποκλεισμού μεταξύ του 2004 και του 2005», το μέσο ελάχιστο μηνιαίο
καθαρό εισόδημα για την αντιμετώπιση των αναγκών το 2005 ήταν 1.941
ευρώ , ποσό υπερδιπλάσιο του στατιστικού ορίου φτώχειας (850 ευρώ ).
Το ποσό αυτό εμφανίζεται αυξημένο σε σχέση με το 2004 κατά 4,2%.
Οι φτωχοί είναι πιο ολιγαρκείς σε σχέση με τις βασικές ανάγκες τους,
αφού για την κάλυψή τους αρκούνται σε ποσό 1.339 ευρώ το 2005. Ωστόσο
οι δικές τους ανάγκες αυξήθηκαν σημαντικά και χρειάζονται 8,3% περισσότερο
εισόδημα σε σχέση με το 2004, όταν απήντησαν ότι τους αρκούν 1.236 ευρώ
. Σε κάθε περίπτωση οι ανάγκες τους βρίσκονται μακράν του στατιστικού
ορίου φτώχειας των 850 ευρώ , που δίνει ποσοστό φτώχειας 20% για να
το επικαλούνται οι πολιτικοί μας ταγοί.
Μακράν επίσης και του βασικού μισθού των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα
που, σύμφωνα με έρευνα της ΓΣΕΕ, για το 80% ήταν κάτω από 1.000 ευρώ
. Με βάση την ίδια έρευνα, στο σύνολο των εργαζομένων το 20% αναγκάζεται
να κάνει και δεύτερη δουλειά για να καλύψει τις ανάγκες.
Τα πράγματα όμως σκουραίνουν και για τους μη φτωχούς. Θεωρούν ότι χρειάζονται
2.099 ευρώ για να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες έναντι 2.018 ευρώ
το 2004. Τότε, το 39,7% των μη φτωχών δήλωνε ότι καλύπτει τις συνήθεις
ανάγκες με δυσκολία-μεγάλη δυσκολία, ενώ το 2005 το ποσοστό αυτό ανεβαίνει
στο 45% (αύξηση 5,3%). Για τους φτωχούς το ποσοστό ανεβαίνει από το
72% στο 75%.
Τα πράγματα χειροτερεύουν και για την κάλυψη των έκτακτων αλλά αναγκαίων
δαπανών. Οι στατιστικά φτωχοί δυσκολεύτηκαν να τις ικανοποιήσουν το
2005 σε ποσοστό 61,2% έναντι 60,2% το 2004. Οι μη φτωχοί ανέβηκαν κατά
2,9%, από το 33,1% στο 36% το 2005.
Φτωχοί και μη φτωχοί αντιμετωπίζουν ολοένα μεγαλύτερη δυσκολία για την
πληρωμή πάγιων λογαριασμών, δόσεων πιστωτικών καρτών και δανείων, ακόμη
και για την επίσκεψη σε γιατρό. Σχεδόν οι μισοί φτωχοί (46,1%) δήλωσαν
το 2005 ότι δυσκολεύτηκαν να πληρώσουν ρεύμα, νερό κ.λπ. έναντι 41,1%
το 2004.
Δυσκολίες ανταπόκρισης στην πληρωμή τραπεζικών υποχρεώσεων (δάνεια,
κάρτες) δηλώνουν σε μεγαλύτερο ποσοστό οι μη φτωχοί (12,9% το 2005 έναντι
10,9% το 2004).
Και οι φτωχοί δηλώνουν δυσκολία, σε μικρότερο όμως ποσοστό (10,2% το
2005), και μένει μετέωρο το ερώτημα πώς τους φορτώνουν οι τράπεζες με
δάνεια όταν έχουν εισόδημα κάτω από 850 ευρώ τον μήνα.
Ακόμη, σε μεγαλύτερο βαθμό το 2005, ο φτωχός πληθυσμός αδυνατεί να επισκεφθεί
γιατρό, ποσοστό 10,3% (ο ένας στους δέκα) σε σχέση με το 8,1% το 2004,
ενώ το 11% το 2005 δεν μπορούσε να πάει ούτε σε οδοντίατρο σε σχέση
με το 8,9% το 2004.
Συνολικά, σύμφωνα με τον ερευνητή που βασίστηκε στα στοιχεία της ΕΣΥΕ
(Στατιστική Υπηρεσία) για να βγάλει τους δείκτες αποστέρησης, το ποσοστό
φτώχειας αυξήθηκε για μία σειρά από τύπους οικογενειών, με επικρατέστερη
αυτή με εξαρτώμενα παιδιά, που αποτελούσαν το 50% του συνόλου των φτωχών
το 2004 και έγινε 51,5% το 2005.
Συμπεραίνει ακόμη πως, μεταξύ του 2004 και του 2005, η ένταση και το
βάθος της φτώχειας (δηλαδή πόσο απέχουν τα εισοδήματα από το όριο) αυξήθηκαν
για διάφορους τύπους οικογενειών, εύρημα που παραπέμπει «στην υποβάθμιση
της ποιότητας της εργασίας και ιδιαίτερα των μισθών στις υποβαθμισμένες
θέσεις εργασίας, οι οποίες επεκτείνονται στη χώρα μας», όπως παρατηρεί.
|
|
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 11/09/2007
Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ παραδέχθηκε ότι το 20% των
Ελλήνων ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, αλλά...
Το απέραντο πτωχοκομείον
Των ΑΡΗ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ - ΙΩΑΝΝΑΣ ΣΩΤΗΡΧΟΥ
«...και όλα τ' άλλα φήμες και ψευτιές
κι ανοησίες και στατιστικές...»
Ελσα σε φοβάμαι, /Δ. Σαββόπουλου
Lehetséges, hogy a választás előtti hangulat nem engedi meg
a mélyebb vizsgálatokat. A szegénységről, ez pedig a legnagyobb probléma.
A statisztikai adatok, amelyekre még maga a miniszterelnök is hivatkozik,
azt mutatják, hogy a görögök 20%-a a szegénységi küszöb alatt él, de
ez az arány, ha azokat a szükségleteket nézzük, amiket ők maguk neveznek
annak, eléri az 50%-ot.
Hogy lehetséges mindez? Amint nekünk azt Iliasz Kikiliasz a Nemzeti
Társadalmi Kutatóközpont közgazdász-kutatója elmagyarázza a 20%-os szegénységi
arány az átlagkereset önkényes megbecsüléséből következik. Azaz a kutatók
úgy ítélik meg, hogy azok, akik az átlagkereset 60%-a alatti sávban
vannak, szegénynek minősülnek.
Konkrétan nézve, 2005-ben a szegénységi küszöb 11.866 euró egy olyan
családra levetítve, ahol két felnőtt és két gyerek van. Ha ezt 14 felé
osztjuk, akkor850-es havi átlagot kapunk. vajon elegendő ez a pénz,
hogy fedezze a legszükségesebb háztartási kiadásokat? Szó sincs róla,
ha magukat az érintetteket kérdezzük.
Ahogy I. Kilikiasz úr „A szegénységi jövedelem és a szociális kirekesztődés
statisztikai indexének növekedése 2004 és 2006 között” című publikálatlan
tanulmányában megjegyzi, a havi tiszta jövedelem, amely csak a szükséges
kiadásokat fedezi, 2005-ben 1.941 euró volt, amely több mint kétszerese
a statisztikai szegénységi küszöbnek (850 euró). Ez az összeg egyébként
2004-hez képest 4,2%-os növekedést mutat.
A szegények sokkal mértékletesebbek az igényeiket tekintve, mert 2005-ben
a szükséges kiadásaik fedezésére elegendőnek tartották az 1.339 eurót.
Jóllehet a szükségleteik jócskán megemelkedtek, és 8,3%-kal magasabb
összeg fedezi a kiadásaikat 2004-hez képest, amikor is úgy nyilatkoztak,
hogy azok fedezésére elegendő a havi 1.236 euró. Mindegyik esetben az
igényeik messze esnek a statisztikai szegénységi határtól, azaz a 850
eurótól, amelyre hivatkozva a politikai vezetőink 20%-os szegénységet
mondanak.
Az átlagfizetések a magánszférában is messze esnek mindettől, a GSEE
(Görög Általános Munkásszövetség) vizsgálata szerint, a munkavállalók
80%-ánál ez az 1.000 euró alatt volt. Ugyanezen vizsgálat alapján a
munkavállalók 20%-a arra kényszerül, hogy másodállást vállaljon, és
így fedezze a kiadásait.
A dolgok azonban a nem szegények számára is egyre feketébbek. Úgy vélik,
hogy 2.099 euró kell a szükségleteik kielégítésére, míg ez 2004-ben
csak 2.018 euró volt. Akkor a nem szegények 39,7%-a nyilatkozott úgy,
hogy csak nagy nehezen tudja kifizetni az alapvető szükségleteit, míg
2005-ben ez az arány (5,3%-os növekedéssel) felment 45%-ra. A szegényeknél
ez az arány 72%-ról 75%-ra emelkedett.
A dolgok rosszabbodnak a rendkívüli, de szükséges dolgok kifizetésénél.
A „statisztikai szegényeknek” 2005-ben 61,2%-ban nehézségeik adódtak
ezek kifizetésekor, míg 2004-ben csak 60,2%-ban. A nem szegényeknél
2,9%-kal nőtt ez az arány, és felment 33,1%-ról 36%-ra 2005-ben.
A szegényeknek és nem szegényeknek egyaránt egyre nagyobb nehézséget
jelent fizetni az állandó számlákat, a hitelkártya és a kölcsönök részleteit,
sőt még az orvosi költségeket is. A szegényeknek majdnem a fele (46,1%)
nyilatkozta, hogy 2005-ben nehezen fizette ki a villany- a víz és egyéb
számlákat, ellentétben a 2004-es évvel, amikor ez az arány 41,1% volt.
A nem szegények nagy százaléka (2005-ben 12,9% szemben a 2004-es 10,9%-kal)
nyilatkozott úgy, hogy nehézségeik adódnak a bankkölcsönök és hitelkártya
részletek fizetésével.
A szegényeknek is gondjaik vannak (kisebb százalékban ugyan), és függőben
is marad a kérdés, hogy a bankok hmilyen módon tudnak nekik kölcsönt
nyújtani, ha a havi jövedelmük 850 euró alatt van.
Továbbá, 2005-ben még nagyobb arányban, a szegény lakosság 10,3%-a (azaz
minden tizedik) a minimumra csökkentette az orvoshoz járást, szemben
a 2004-es 8,1%-kal, és 2005-ben 11% nem tudott fogorvoshoz járni, a
2004-es 8,9%-hoz képest.
Összességében, a kutató megfigyeléseivel összhangban, aki az EYSE (Statisztikai
Szolgálat) adataira alapozta a kutatásait, hogy kiemelje a szegénységi
mutatókat, a szegénység mértéke egy sor családdal növekedett, leginkább
olyanokkal, ahol eltartott gyermekek vannak, és ezen családok tették
ki 2004-ben a szegények 50%-át, 2005-ben pedig az 51,5%-át.
Következésképp, 2004 és 2005 között a szegénység intenzitása és mélysége
(azaz hogy milyen messze esnek a szegénységi határtól) növekedett egy
sor család számára, és ez a megállapítás utal „ a munka minőségének
csökkenésére, és a lecsökkentett munkahelyeken az alacsony bérekre,
amely jellemző lett az országunkban” - állapítja meg.
|