| Ελευθεροτυπία, 03 Mάiου 2007
ΤΙ ΔΕΙΧΝΟΥΝ τα στοιχεία του βιβλίου της Ηρας Εμκε-Πουλοπούλου «Μεταναστευτική πρόκληση»
1 εκατ. οι μετανάστες
Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΣΩΤΗΡΧΟΥ
Από το 1990 μέχρι το 2005, σε περίπου 14 χρόνια, πολιτογραφήθηκαν 28.040 αλλοδαποί, από τους οποίους το 45,8% ήταν ομογενείς, ενώ δεν υπάρχουν στοιχεία για τις αιτήσεις που έχουν απορριφθεί. Ακόμη το 2005 εκδόθηκαν 40.649 αποφάσεις για απέλαση, από τις οποίες πραγματοποιήθηκαν σχεδόν οι μισές (21.238), ενώ έγιναν 30.035 συλλήψεις στα σύνορα, συλλήψεις που από το 2002 παρουσιάζουν μείωση.
Αυτά είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Η μεταναστευτική πρόκληση» του μέλους της Ακαδημίας Επιστημών της Νέας Υόρκης και αντιπροέδρου της Εταιρείας Δημογραφικών Μελετών Ηρας Εμκε-Πουλοπούλου. Το βιβλίο (εκδόσεις Παπαζήση), που κυκλοφόρησε πρόσφατα, μπορεί να χαρακτηριστεί «κιβωτός» για το θέμα, καθώς στις περισσότερες από 900 σελίδες του καταγράφονται θεωρίες και μελέτες γύρω από τις συνιστώσες της μετανάστευσης, τα διεθνή κείμενα και την ελληνική νομοθεσία που συγκροτούν το θεσμικό της πλαίσιο και καταδεικνύονται οι μακροοικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις και ευκαιρίες που επιφέρει η μετανάστευση. Στο βιβλίο εξετάζονται ακόμη οι σχέσεις και αλληλεπιδράσεις της μετανάστευσης με οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά, πολιτιστικά και δημογραφικά κριτήρια ενώ δίνονται απαντήσεις σε ακανθώδη ερωτήματα, όπως, λόγου χάρη, για το αν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μη προνομιούχοι πολίτες της Ε.Ε. οφείλονται στους μετανάστες.
Τα προβλήματα
«Ορισμένοι προσπάθησαν να αποδώσουν στους μετανάστες τα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα που δυσχεραίνουν τα ζωή των μη προνομιούχων πολιτών. Οι εξελίξεις στην περίοδο μεγάλης εισροής μεταναστών δείχνουν ότι δεν ευσταθούν οι απόψεις εκείνων που προσπαθούν να βρουν "αποδιοπομπαίους τράγους". (...) Η μετανάστευση δεν δημιουργεί νέα κοινωνικά φαινόμενα αλλά αναδεικνύει τα υφιστάμενα προβλήματα που χαρακτηρίζουν τις κοινωνικές δομές των χωρών υποδοχής. Οι μετανάστες στις χώρες της Ε.Ε. παράγουν πλούτο, πληρώνουν φόρους, εισφέρουν στους ασφαλιστικούς φορείς, μαθαίνουν τη γλώσσα και τον πολιτισμό της χώρας υποδοχής και κάνουν τους γηγενείς να νιώθουν σαν άρχοντες. Επομένως δεν οφείλονται στους μετανάστες τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μη προνομιούχοι Ελληνες».
Επισημαίνεται ωστόσο ο ρόλος της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, των διευρυμένων ανισοτήτων παρά την αύξηση του πλούτου και των πολιτικών επιλογών που πλήττουν τις σύγχρονες κοινωνίες, όπως είναι η κατεδάφιση του κράτους πρόνοιας, η «ευελιξία» της αγοράς εργασίας, που σημαίνει χειροτέρευση των συνθηκών εργασίας, καθώς και η αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των ευπόρων.
Οι αιτίες
Οι δεκάδες λόγοι που οδηγούν αυτούς τους ανθρώπους σε μια ξένη χώρα και η συμβολή τους στην ανάπτυξη της οικονομίας, οι αλληλεπιδράσεις με την αγορά εργασίας, την κατανομή του εισοδήματος είναι από τα θέματα που αναλύονται διεξοδικά: τεκμηριώνεται τόσο από ελληνικές όσο και από διεθνείς μελέτες πως οι μετανάστες «αντιπροσωπεύουν ένα θετικό παράγοντα στην οικονομία που συχνά οδηγεί στη δημιουργία απασχόλησης», αλλά και πως «οι χώρες που δέχονται τα πιο υψηλά ποσοστά μετανάστευσης είναι εκείνες όπου η ανεργία παραμένει στάσιμη ή μειώνεται». Επισημαίνεται επίσης η ανισοκατανομή του εισοδήματος στην Ελλάδα, λόγος για τον οποίο η χώρα μας καταλαμβάνει την προτελευταία θέση στην Ε.Ε. των 15 καθώς το πλουσιότερο 1/10 του πληθυσμού απολαμβάνει το 26,3% του διαθέσιμου εισοδήματος καθώς και το γεγονός ότι οι μισθοί και κατ' επέκταση το ελληνικό κατά κεφαλή εισόδημα είναι από τα χαμηλότερα στην Ε.Ε. των 15 και αποτελεί το 83,8% του μέσου εισοδήματος της Ε.Ε. των 25.
Αντιπαραβάλλοντας τα επίσημα στατιστικά στοιχεία με τις εκτιμήσεις των ερευνητών για τον προσδιορισμό του αριθμού των μεταναστών που βρίσκονται στην Ελλάδα παραθέτει πίνακα με την εξέλιξη του μεταναστευτικού πληθυσμού στη χώρα μας: από τους 797.093 αλλοδαπούς της απογραφής του 2001, στις εκτιμήσεις για το 10,4% του συνολικού πληθυσμού, που μεταφράζεται σε περισσότερους από ένα εκατομμύριο ανθρώπους.
Ανάμεσα στα πλούσια στοιχεία που παρουσιάζονται έχει ενδιαφέρον ο ρόλος που παίζει η μετανάστευση ως παράγοντας δημογραφικών εξελίξεων, καθώς «είναι υπεύθυνη για τη διατήρηση του θετικού ποσοστού πληθυσμιακής εξέλιξης» στις περισσότερες χώρες υποδοχής. Ειδικότερα για την Ελλάδα, στην περίοδο 1991-2001 η αύξηση του πληθυσμού ήταν μεγαλύτερη από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας. Οπως υπολογίστηκε, στην καθαρή εισροή μεταναστών οφείλεται το 97,13% της αύξησης του πληθυσμού της 15ετίας (πίνακας). Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1996 για πρώτη φορά στη μεταπολεμική περίοδο οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις, ενώ και μέχρι το 2004, οπότε σημειώθηκε αύξηση των γεννήσεων και μείωση των θανάτων με αποτέλεσμα να παρουσιαστεί φυσική αύξηση του πληθυσμού, η εισροή μεταναστών ήταν ο αποκλειστικός λόγος πληθυσμιακής αύξησης.
Η συγγραφέας φιλοδοξεί να συμβάλει με το έργο στη χάραξη ρεαλιστικών πολιτικών για τη μετανάστευση. Ηδη «Η μεταναστευτική πρόκληση» αποτελεί πανεπιστημιακό υλικό. |
Eleftheritipia, 2007. május 3. Iras Emke-Poulopoulos „A bevándorlás kihívásai” című új könyvének tanuságai
Egymillió bevándorló
Ioanna Sotirxou
Az 1990 és 2005 közötti mintegy 14 év alatt 28.040 külföldi nyert görög állampolgárságot, akik közül 45,8% külföldre szakadt görög volt, míg arra vonatkozóan nincsenek adataink, hogy hány kérelmet utasítottak el. ugyanakkor 2005-ben 40.649 határozat született kitoloncolásra, amelyeknek mintegy felét (21.238) végre is hajtották, miközben 30.035 letartóztatás történt a határokon, bár ez a szám 2002-höz képest csökkent.
Mindez csak néhány adat közül, amelyek „A bevándorlás kihívásai” című könyvben megtalálhatók, és amelyet Iras Emke-Poulopoulos, a New York-i Akadémia tagja, és a Demográfiai Tanulmányok Társaság alelnöke. A könyv (Papazisi-kiadó), amely a minap jelent meg és a téma „kincsesládája”, mivel több, mint 900 oldalon tartalmaz teóriákat és tanulmányokat a bevándorlás összetevőiről, nemzetközi dokumentumokat és görög jogszabályokat, amelyek az intézményes kereteket alkotják, és megmutatja azokat a makroökonómiai és társadalmi következményeket és lehetőségeket, amelyek a bevándorlásnak köszönhetők. A könyvben ugyanakkor szó van a bevándorlás összefüggéseiről és kölcsönhatásairól gazdasági, társadalmi, politikai, kulturális és demográfiai szempontokból, ugyanakkor olyan nehéz kérdésekre ad választ, mint például, hogy azok a problémák, amelyekkel az EU nem kiváltságos polgárai szembesülnek, vajon a bevándorlásnak köszönhetők-e?
A problémák
„Néhányak megpróbálják a bevándorlókat felelőssé tenni azokért a társadalmi és gazdasági gondokért, amelyekkel a nem kiváltságos állampolgároknak szembe kell nézniük. A nagy bevándorlási hullám ideje alatt történt fejlődések azonban bebizonyítják, hogy nem állják meg a helyüket azok a vélemények, amelyek „bűnbakot” keresnek. (...) A bevándorlás nem okoz új társadalmi jelenségeket, azonban felerősíti azokat a fennálló problémákat, amelyek jellemzik a befogadó országok társadalmi szerkezetét. Az Unió országaiba bevándorlók vagyont hoznak létre, adót fizetnek, hozzájárulnak a társadalombiztosításhoz, megtanulják a befogadó ország nyelvét és kultúráját, és az őslakosokban az uraság érzését keltik. Következésképp nem a bevándorlóknak köszönhetők a nem kiváltságos görög állampolgárok problémái.”
Mindazonáltal jelzi a világgazdaság és a megnövekedett egyenlőtlenség szerepét is, a gazdagság és a polgári fejlődés növekedése ellenére, amelyek a mai társadalmat sújtják, miként az állami gondoskodás tönkremenetele, a munkaerőpiac „mozgékonysága”, amely a munkakörülmények rosszabbodását jelenti, valamint a jövedelmek szétosztás a jómódúak között.
Az okok
A számtalan ok, ami ezeket az embereket egy idegen országba vezeti, a hozzájárulásuk az ország gazdasági fellendüléséhez, a munkaerőpiaccal való kölcsönhatásuk, ezek mind olyan témák, amelyek részletesen kifejtésre kerülnek a könyvben: dokumentálva van görög és nemzetközi vizsgálatokkal, hogy „a bevándorlók egy pozitív tényezőt képviselnek a gazdaságban, amely gyakran vezet foglalkoztatáshoz”, és „azokban az országokban, amelyek a legnagyobb mértékben fogadnak bevándorlókat a munkanélküliség nem emelkedik, vagy éppenséggel csökken”. Szóba kerül ugyanakkor a jövedelmek egyenlőtlen eloszlása Görögországban, ez egy olyan tényező, amely miatt az ország az európai tizenötök között az utolsó előtti helyre került, mivel a lakosság leggazdagabb 1/10-e rendelkezik a szabad jövedelmek 26,3%-ával, valamint a bérek, azaz a görög fejenkénti jövedelem végső soron a legalacsonyabbak között van a tizenötök között, és pedig 83,8%-a a huszonöt európai tagállam átlagjövedelmének.
Egybevetve a hivatalos statisztikai adatokat a vizsgálódók becsléseivel a Görögországba bevándorlók számának meghatározásában, mellékelnek egy táblázatot a bevándorló népesség növekedéséről: a 2001-es összeírásokban 797.093 bevándorló szerepel, míg a becslések szerint a népesség 10,4%-a volt a bevándorló, azaz több mint egymillió fő.
Az igen sok érdekes adat között figyelmet érdemel a szerep, amelyet a bevándorlás a demográfiai fejlődésben játszik, úgy mint „igen fontos a népesedés pozitív fejlődésének fenntartásában” a legtöbb befogadó országban. Speciálisan Görögországot nézve, az 1991-2001 közötti periódusban a népesség növekedése magasabb volt, mint az előző tíz évben. Az utolsó 15 év lakossági növekedése 97,13%-ban a bevándorlóknak köszönhető. Jellemző, hogy 1996-ban a háború utáni időszakban első alkalommal a halálozások száma meghaladta a születésekét, miközben 2004-ig, amikor végre csökkenés mutatkozott a halálozások számában és növekedés a születésekében, és ezáltal természetes lakosságnövekedés volt megfigyelhető, a bevándorlás volt az egyetlen tényező, amely hozzájárult a növekedéshez.
Az író arra törekszik, hogy reális képet adjon a bevándorlásról. „A bevándorlás kihívásai” könyv már egyetemi tananyag.
Fordította: Bakonyi Eszter |
Szegedi Görög Kisebbségi Önkormányzat, 6721 Szeged, Osztrovszky u. 6., Tel.: + 36 62 424-248, 424-249, 547-966/fax, Email: info@szegedigorogok.hu