| Ελευθεροτυπία, 16 Απρίλιου 2007
«Στελέχη» με βασικό
«Το 10% με 12% της μισθωτής εργασίας στον ιδιωτικό και ευρύτερο δημόσιο τομέα αμείβεται με την κατώτατη αμοιβή που προβλέπεται από τη Γενική Συλλογική Σύμβαση της ΓΣΕΕ.
»Αλλά υπάρχει και μια κατηγορία, οι εργαζόμενοι με καθεστώς μερικής απασχόλησης, που παίρνουν σαφώς λιγότερα από 600 ευρώ το μήνα», αναφέρει ο Γιάννης Κουζής, ο οποίος διδάσκει Εργασιακές Σχέσεις στο Πάντειο και είναι επιστημονικός σύμβουλος στο Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ.
Επισημαίνει πως οι επιχειρήσεις σήμερα στην Ελλάδα κατά κανόνα (γιατί υπάρχουν και επιχειρήσεις εντάσεως κεφαλαίου) αναζητούν ανειδίκευτη εργασία, καθώς δεν έχουν αναπτύξει δομές που να απαιτούν ειδικευμένη εργασία. Στις περισσότερες, δηλαδή, περιπτώσεις, παρά τα όσα περί του αντιθέτου επικαλούνται οι εργοδότες, δεν ενδιαφέρονται για το αν ένας νέος άνθρωπος έχει μεταπτυχιακό, διδακτορικό τίτλο ή και πτυχίο ακόμα.
Αυτό έχει να κάνει, επισημαίνει ο κ. Κουζής, με μια παθογένεια της ελληνικής αγοράς εργασίας: «Οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα στηρίζουν κατά κανόνα την ανταγωνιστικότητά τους στο χαμηλό κόστος εργασίας και δεν αναζητούν μια ανταγωνιστικότητα ποιότητας προϊόντος.
»Δεν μιλάω για τις επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας ή αυτές που επενδύουν στη νέα τεχνολογία, γιατί υπάρχουν και τέτοιες, όμως η πλειονότητα των θέσεων που προσφέρουν οι επιχειρήσεις δεν παραπέμπει σε ειδικευμένη εργασία. Ετσι, παραμένουν τελικά αναξιοποίητα κάποια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που έχουν εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα. Οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα εστιάζουν στο κόστος εργασίας. Αν συνυπολογίσει κανείς εδώ το μεγάλο, σε σχέση με τις χώρες της Ευρώπης, ποσοστό παραβίασης των εργασιακών δικαιωμάτων και της εργατικής νομοθεσίας, μπορείτε να καταλάβετε τι συμβαίνει στον ιδιωτικό τομέα».
Στο δημόσιο τομέα τα πράγματα διαφέρουν ως προς το ότι αναγνωρίζονται επιδόματα και προστίθενται στο μισθό, ενώ στον ιδιωτικό μπορεί ένας εργαζόμενος, πτυχιούχος, με διδακτορικό, να αμείβεται μόνο με την κατώτερη αμοιβή αν οι τίτλοι του δεν ενδιαφέρουν την επιχείρηση.
Ακόμη μια παράμετρο στο θολό τοπίο της αγοράς εργασίας, που ενδεχομένως δεν έχει αναδειχθεί στο βαθμό που θα έπρεπε, φωτίζει ο κ. Κουζής. Αναφέρεται σε μια κατηγορία νέων ανθρώπων, με σπουδές, πτυχία κ.λπ., που προσλαμβάνονται στον ιδιωτικό τομέα με αμοιβές υψηλότερες των 600 ευρώ. Αμείβονται με 800 ή και 1.000 ευρώ, η επιχείρηση τους βαφτίζει από την πρώτη-δεύτερη ημέρα στελέχη και ως εκ τούτου δεν έχουν ωράριο. Παίρνουν δηλαδή 800 και 1.000 ευρώ για 12 και παραπάνω ώρες εργασίας την ημέρα. Αν κάνουμε μια αναγωγή στο χρόνο θα δούμε πως αυτοί οι άνθρωποι τελικά παίρνουν ως «στελέχη» λιγότερα χρήματα απ' ό,τι θα έπαιρναν, αν πληρώνονταν με τη χαμηλότερη αμοιβή, την κατώτατη ας πούμε, συν τις προσαυξήσεις από τις υπερωρίες.
«Υπάρχει λοιπόν κι αυτή η διάσταση. Δεν είναι μόνο οι αμειβόμενοι με τα 600 ευρώ και τα 700 που πρέπει να καταγράψουμε. Είναι και οι εργαζόμενοι που παίρνουν 800 και 1.000 ευρώ. Και το ζητούμενο εδώ είναι ο χρόνος που πρέπει να αφιερώσουν για να μπορέσουν να αποκτήσουν αυτό το εισόδημα και, επίσης, αν αυτό γίνεται με σεβασμό στην εργατική νομοθεσία ή γίνεται με την καταστρατήγησή της».
«Είμαστε η χώρα», θα πει ο κ. Κουζής, «σε σύγκριση με τις άλλες στην Ευρώπη με το μεγαλύτερο ποσοστό παραβίασης της νομοθεσίας. Από τις ετήσιες εκθέσεις του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, έστω και με αυτούς τους ανεπαρκείς ελέγχους που κάνει, γιατί δεν υπάρχει υποδομή, προκύπτει ότι στην Ελλάδα ένα ποσοστό 20% δουλεύουν ανασφάλιστο. Απ' αυτούς οι 7 στους 10 είναι Ελληνες και οι 3 αλλοδαποί». |
Eleftherotipia, 2007. április 16.
Alkalmazott - alapbéren
A magán, és a közszféra nagy részében a fizetett alkalmazottak 10-12%-a csak minimálbéren van foglalkoztatva, ahogy az a GSEE (Görög Általános Munkásszövetség) kollektív szerződéséből kiderül.
„Létezik egy kategória, a részmunkaidőben foglalkoztatottak, akik egyértelműen kevesebbet keresnek havi 600 eurónál” említi Giannis Kouzis, aki Munkaügyi Kapcsolatokat tanít a Panteio Egyetemen, és a GSEE-ADEDY (Görög Általános Munkásszövetség Állami Dolgozók Legfelsőbb Elnöksége) munkaügyi osztályának tudományos tanácsadója.
Megjegyzi, hogy manapság általában a görögországi vállalatok (ugyanis vannak a nagytőkének is vállalatai), szakképzetlen munkaerőt keresnek, mert még nem fejlesztettek ki egy olyan struktúrát, amely megköveteli a szakértelmet. A legtöbb esetben például, bármennyire is állítják ennek ellenkezőjét a munkaadók, nem érdekli őket, hogy egy fiatal munkavállalónak van-e posztgraduális diplomája, doktori címe, vagy egyáltalán rendelkezik-e már diplomával.
Ez, Kouzis megfigyelése szerint egyfajta belső „megbetegedést” okoz a munkaerőpiacon: „Görögországban a vállalatok ugyanis a versenyképességüket a munkára fordított alacsony költségekre, és nem a termék minőségére alapozzák.”
„Nem azokra a vállalatokra gondolok, amelyek a legmodernebb technikával dolgoznak vagy azokra, amelyek beruháznak az új eljárásokba, mert vannak természetesen ilyenek is, mégis a legtöbb állás, amelyet a vállalatok meghirdetnek, nem szakértelmet igénylő munka. Így továbbra is megmaradnak a méltatlan formaságok és lényeges alkalmazási feltételek, amelyek a magánszférában vonatkoznak a dolgozókra. Görögországban a vállalatok a munka költségére összpontosítanak. Ha valaki ehhez hozzászámítja a többi európai országhoz képest igen gyakori áthágásokat a munkahelyi jogok és a munkajog terén, könnyen elképzelhető, hogy mi történik a magánszférában.”
A közszférában annyiban különböznek ettől a dolgok, hogy itt elismerik a különböző pótlékokat, amelyeket belefoglalnak a bérbe, míg ezzel ellentétben a magánszférában egy diplomás, doktori fokozattal rendelkező munkavállaló lehet, hogy a legalacsonyabb fizetést kapja, ha a munkáltatóját nem érdekli a diplomája.
És még egy fontos pont a munkaerőpiac zavaros helyzetében, amelyet nem tekintenek annyira lényegesnek sajnos, mint kéne. A fiatal tanult, diplomás stb. munkavállalók egy csoportjáról van szó, akik a magánszférában dolgoznak, több mint 600 euróért. 800-1.000 eurót keresnek, és a munkavállaló szinte az első naptól kezdve kiemelten, tisztviselőnek nevezi őket, de lényegében nincs időbeosztásuk. Végül is 800-1.000 eurót kapnak napi 12 órás vagy még több munkáért. Ha ezt átgondoljuk, meglátjuk, hogy ezek z emberek tulajdonképpen, mint „tisztviselők”, még kevesebbet keresnek, mintha alapbérért dolgoznának.
„Létezik tehát ez az ellentmondás. Nem csak a 600 és 700 eurót keresőkkel kell foglalkozni. Vannak olyanok is, akik 800 vagy 1.000 eurót kapnak. a kérdés mindezzel kapcsolatban csak az idő, amelyet arra kell fordítaniuk, hogy megszerezzék ezt a pénzt, akkor is, ha ez a munkajog tiszteletben tartásával vagy esetleg a kijátszásával történik.”
„Egy olyan ország vagyunk” Kouzis úr véleménye szerint „ahol más európai országokkal összehasonlítva, a leggyakrabban szegik meg a törvényt. A Munkafelügyeleti Szervezet éves jelentéséből kitűnik, hogy még a megfelelő infrastruktúra miatti hiányos vizsgálatokkal is kimutatható, hogy Görögországban a munkavállalók 20%-a társadalombiztosítás nélkül dolgozik. Ezek 70%-a görög, és csak 3%-a külföldi munkavállaló.”
Fordította: Bakonyi Eszter |
Szegedi Görög Kisebbségi Önkormányzat, 6721 Szeged, Osztrovszky u. 6., Tel.: + 36 62 424-248, 424-249, 547-966/fax, Email: info@szegedigorogok.hu