| Ελευθεροτυπία, 16 Απρίλιου 2007
«Από το '96 ψάχνω για δουλειά»
Ο Θανάσης είναι 38 ετών. Το '93 τελείωσε το Ιστορικό-Αρχαιολογικό στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, πήγε στο στρατό και στην ουσία από το '96 άρχισε να ψάχνει για δουλειά. Θα ήθελε να ασχοληθεί με την αρχαιολογία, όμως «εκεί ήταν ακόμη πιο δύσκολα τα πράγματα», ή να διδάξει, καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Μέχρι σήμερα πάντως δεν έχει «εξαργυρώσει» το πτυχίο του. Αν δεν χάνει την ελπίδα του είναι γιατί «αυτή πεθαίνει τελευταία». Στη διάρκεια της κουβέντας μας πάντως θα πει ότι «η Ελλάδα πληγώνει τα παιδιά της» και θα χαρακτηρίσει πληγή το να μην μπορεί να κάνει κάποιος τη δουλειά που αγαπάει και να ασχολείται με κάτι άσχετο- για το οποίο δεν έχει κανένα ενδιαφέρον εκτός απ' το μισθό.
Συμμετείχε και στους τέσσερις διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ που έγιναν για προσλήψεις φιλολόγων από το '98 μέχρι σήμερα. Εκανε αιτήσεις σε ιδιωτικά σχολεία, όπου και εκεί «υπάρχει μια άτυπη επετηρίδα», καθώς βρέθηκε αντιμέτωπος με πάκους αιτήσεων, που είχαν συμπληρώσει πολλοί πριν απ' αυτόν.
Εψαξε και ψάνει πάντα τις αγγελίες και τα σχετικά έντυπα των εφημερίδων για μια θέση στο Δημόσιο με το σύστημα της μοριοδότησης. Εκανε και εκεί αιτήσεις, αμέτρητες όλα αυτά τα χρόνια και δεν μπορεί να μην καυτηριάσει την «αλητεία» να στοιχίζει η κάθε αίτηση 18 και 20 ευρώ (παράβολο και αποστολή ταχυδρομικά). «Είναι δυνατόν, αναρωτιέται, να ζητάς από τον άνεργο ή απ' αυτόν που υποαπασχολείται και δεν παίρνει ούτε καν το βασικό, να δίνει κάθε τόσο 18 και 20 ευρώ; Κι αν κάνει τέσσερις και πέντε αιτήσεις κάθε μήνα;».
Η πρώτη του δουλειά, μετά στο στρατό, ήταν σε σουπερμάρκετ. Εμεινε εκεί ενάμιση χρόνο, τόσο όσο διήρκεσε η επιδότηση που έπαιρνε ο εργοδότης του από τον ΟΑΕΔ -στα πλαίσια των μέτρων για την καταπολέμηση της ανεργίας. Οταν έληξε η επιδότηση τον απέλυσαν για να πάρουν άλλον και νέα επιδότηση.
Ενίσχυσε κάπως το εισόδημά του πιάνοντας δουλειά ως διορθωτής σε εκδοτικό οίκο. Μια εργασία που διατηρεί ακόμη και σήμερα με μπλοκ παροχής υπηρεσιών, «αλλά μη φανταστείς, άντε να αναλάβω ένα, το πολύ δύο βιβλία το χρόνο. που σημαίνει 1.000 με 1.200 ευρώ ετησίως».
Εδώ και σχεδόν πέντε χρόνια εργάζεται σε πολυκατάστημα: πωλητής εργαλείων. Δουλεύει 8ωρο και παίρνει καθαρά 720 ευρώ. Υπάρχει και πριμ αν πιάσεις ένα μηνιαίο στόχο σε πωλήσεις, λέει, αλλά κι αυτό δεν είναι σίγουρα. Τον ένα μήνα το πιάνεις, το άλλον όχι.
Οταν τον ρωτάμε πώς το πήρε απόφαση, παρά τις οικονομικές δυσκολίες, να παντρευτεί, βάζει τα γέλια. «Δεν το σκέφτεσαι, απλώς το κάνεις». Παντρεύτηκε το 2001 και σήμερα έχει μια κορούλα 22 μηνών.
Στον επόμενο διαγωνισμό του ΑΣΕΠ, όποτε κι αν γίνει, θα είναι πάλι εκεί. Το ζητούμενο γι' αυτόν είναι η μονιμότητα «ώστε να μπορείς να προγραμματίσεις κάποια πράγματα και όχι να είσαι υπό την απειλή της απόλυσης».
Ευτυχώς, λέει ο Θανάσης, «δεν πληρώνουμε νοίκι, γιατί το σπίτι ήταν της γυναίκας μου και έτσι τα μηνιαία έξοδα μας έρχονται ίσα ίσα με τα έσοδα. Γύρω στα 1500 ευρώ».
Η σύζυγός του, απόφοιτος του τμήματος Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής, δυσκολεύτηκε πολύ να βρει δουλειά. Αρχικά με ωράριο εξοντωτικό σε κάποιο κέντρο αδυνατίσματος «και καλά για να παρέχει ψυχολογική υποστήριξη στις πελάτισσες, ενώ στην ουσία έπρεπε να πλασάρει καλλυντικά».
Εδώ και έξι χρόνια εργάζεται ως ψυχολόγος σε ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αλλά με ένα ιδιόμορφο καθεστώς που την κάνει να βιώνει την αβεβαιότητα για το αύριο, όπως και ο σύζυγός της.
Οπως και άλλοι πολλοί συνάδελφοί της, εμφανίζεται ως υπάλληλος (αρχικά ωρομίσθια, στη συνέχεια με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) ιδιωτικής εταιρείας που διοχετεύει στο συγκεκριμένο φορέα του Δημοσίου υπαλλήλους, οι οποίοι στην πραγματικότητα καλύπτουν εδώ και χρόνια πάγιες και διαρκείς ανάγκες του. |
Eleftherotipia, 2007. április 16.
96 óta keresek munkát
Thanasis 38 éves. 1993-ban fejezte be a Thessaloniki Egyetemen a történelem-archeológia szakot, majd katonai idejét töltötte le, és lényegében 1996-ban kezdett el munkát keresni. Archeológiával szeretett volna foglalkozni, de „ott még inkább nehéz helyzet volt”, vagy tanítani középfokú oktatási rendszerben.
A mai napig nem tudta hasznosítani a diplomáját. Ám nem veszíti el a reményt, mert ugye „a remény hal meg utoljára”. A beszélgetésünk ideje alatt fogalmazza meg: „Görögország megsebzi gyermekeit”, és ez a seb jellemzi, ha nem foglalkozhat valaki azzal a munkával, amit szeret, vagy valami olyannal kénytelen foglalkozni, ami a fizetésen kívül semmi inspirálót nem rejt magában.
Részt vett az ASEP (Legfelsőbb Személyzeti Tanács) mind a négy pályázatán, amit csak 98 óta meghirdettek filológusi témában. Pályázatokat írt magániskolákba, ahol szintén van egy nem hivatalos címlista, ahol szintén szembe találta magát pályázatok sokaságával, amit előtte oly sokan írtak.
Böngészte és böngészi ma is az apróhirdetéseket, és az újságok ezzel kapcsolatos nyomtatványait egy állami helyért, amelyet pontozással döntenek el. Oda is küldött pályázatokat, mérhetetlenül sokat ezekben az években, és nem tudja megállni, hogy ne bírálja a „csavargást”, hogy minden pályázat 18 és 20 euróba kerül (letét és postaköltség). „Lehetséges azt elvárni egy munkanélkülitől vagy egy alulfizetett alkalmazottól, aki még az alapbért sem kapja meg, hogy minden pályázatért 18 és 20 eurót fizessen? És ha négy vagy öt pályázatot ad be egy hónapban?” Az első munkahelye, rögtön a katonaság után, egy szuper-marketben volt. Másfél évig dolgozott ott, annyi ideig, amíg a támogatást megkapta a munkaadója a Munkaügyi Központtól a munkanélküliség elleni küzdelem keretében. Amint véget ért a támogatás, elbocsátották, hogy egy újabb támogatottat vehessenek fel a helyére.
Némiképp javított a jövedelmén az a munka, amelyet egy kiadóvállalatnál vállalt lektorként. Egy munka, amit ma is fenntart, szolgáltatáskénr: „Ámde nem kell arra gondolni, hogy évi egy-két könyvnél többet csinálok, ami 1.000-1.200 eurót jelent éves szinten.
Mintegy öt éve dolgozik egy bevásárlóközbontban: műszerosztályon eladó. 8 órás munkáért 720 eurót kap tisztán. Van egy havi jutalékos rendszer is, mondja, de az nem biztos. Egyik hónapban eléri, a másikban nem.
Amikor megkérdezik tőle, hogy miként döntött amellett, hogy az anyagi nehézségei ellenére megházasodjon, elneveti magát: „Nem gondolkozol rajta, csak úgy jön”. 2001-ben nősült, és most van egy 22 hónapos kislányuk.
Az Asep következő pályázatán, akármikor is lesz az, megint részt fog venni. A kívánsága, hogy véglegesített állása legyen: „hogy tudj tervezni, ne lebegjen a fejed felett mindig az elbocsátás réme”.
Szerencsére, mondja Thanasis, „nem fizetünk albérletet, mert a lakás a felségemé volt, így a havi kiadásainkat úgy-ahogy fedezik a bevételeink. Ez körülbelül 1.500 euró.”
A felesége, a Bölcsészettudományi Karon végzett pszichológus, szintén nehezen talált munkát. Kezdetben nehéz beosztásban dolgozott a centrumban egy fogyasztó-központban: „jó, hogy lelki támogatást kellett a vevőknek nyújtania, de lényegében kozmetikumokat volt kénytelen reklámozni”. Már hat éve pszichológusként dolgozik egy közjogi ügyekkel foglalkozó jogásznál, egy sajátos jogviszonyban, amelyben meg kell küzdenie a holnapi nap bizonytalanságának érzésével, akárcsak a férjének.
Ahogy sok más kollégája, jelentkezett magáncégekhez alkalmazottnak (kezdetben órabérbe, majd meghatározott időre szóló magánjogi szerződéssel), ahol az állam egy bizonyos szervéhez küldenek alkalmazottakat, akik pótolják az állandó és régóta fennálló emberhiányt.
Fordította: Bakonyi Eszter |
Szegedi Görög Kisebbségi Önkormányzat, 6721 Szeged, Osztrovszky u. 6., Tel.: + 36 62 424-248, 424-249, 547-966/fax, Email: info@szegedigorogok.hu