| Καθημερινή, 04 Φεβρουαρίου 2007
Ελληνες πολίτες νιώθουν οι μετανάστες
Το 67% των αλλοδαπών που ζουν στη χώρα μας έχει ενσωματωθεί πλήρως στην ελληνική κοινωνία, σύμφωνα με έρευνα
Της Μαριας Δεληθαναση Οι μετανάστες νιώθουν σε υψηλό ποσοστό την Ελλάδα σαν δεύτερη πατρίδα τους. Ενα 67% των αλλοδαπών που ζουν στη χώρα μας έχει ενσωματωθεί στην ελληνική κοινωνία, εγκαταλείποντας ή όχι τη δική του εθνική ταυτότητα, ενώ δεν εντοπίζεται ομάδα που να ωθείται στο περιθώριο. Αυτό σχεδόν μηδενίζει τις πιθανότητες να αναπτυχθούν στην Ελλάδα νησίδες απελπισμένων που θα προβούν σε βίαιες αντιδράσεις. Σύμφωνα με έρευνα του τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών για λογαριασμό του Ινστιτούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής (Ι.ΜΕ.ΠΟ.) στο πλαίσιο προγράμματος της Παγκόσμιας Τράπεζας, το 46% έχει αποδεχθεί την ελληνική του ταυτότητα χωρίς να αποβάλει την εθνική, το 21% έχει αφομοιωθεί από την ελληνική κοινωνία εγκαταλείποντας την εθνική του ταυτότητα, το 25% έχει επιλέξει τον διαχωρισμό από την ελληνική κοινωνία (προσκόλληση στην εθνική ταυτότητα) και το 8% έχει προσαρμοστεί στην ελληνική ζωή διατηρώντας όμως ίσες αποστάσεις από συμπατριώτες και Ελληνες. Δεν υπάρχει ομάδα που να έχει επιλέξει την περιθωριοποίηση. Τη μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα παρουσιάζουν οι προερχόμενοι από τα Βαλκάνια (κυρίως από Αλβανία) και την πρώην Ανατολική Ευρώπη. Πιο απόμακροι είναι οι μετανάστες από αραβικές και, κυρίως, από αφρικανικές χώρες. Σύμφωνα με την έρευνα «Στρατηγικές επιπολιτισμού μεταναστών στην Ελλάδα και η σχέση τους με κοινωνικο-δημογραφικές παραμέτρους» του καθηγητή Εξελικτικής Ψυχολογίας κ. Ηλία Μπεζεβέγκη και του λέκτορα Διαπολιτισμικής Ψυχολογίας κ. Βασίλη Παυλόπουλου, οι γυναίκες επιλέγουν την αφομοίωση σε μεγαλύτερο βαθμό από τους άνδρες, που ρέπουν προς τον διαχωρισμό. Οχι τυχαία, λοιπόν, η πλειονότητα των προερχομένων από τα Βαλκάνια (πλην Αλβανίας) και την πρώην ΕΣΣΔ που παρουσιάζουν μεγάλη προσαρμοστικότητα είναι γυναίκες, ενώ η πλειονότητα των προερχομένων από αφρικανικές και αραβικές χώρες που παρουσιάζει αρνητική προσαρμοστικότητα είναι άνδρες. Οι κατέχοντες υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο επιλέγουν τη διπλή ταυτότητα ή την ολοκληρωτική αφομοίωση, ενώ τον διαχωρισμό προτιμούν οι έχοντες χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Οι προερχόμενοι από την Ευρώπη έχουν υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο συγκριτικά με όσους προέρχονται από αραβικές, ασιατικές και αφρικανικές χώρες.
Τον πρώτο καιρό Ο διαχωρισμός δεν αποτελεί συνήθως μακροπρόθεσμη επιλογή, αλλά μάλλον πρόκειται για μια πρώτη αντίδραση στις δυσκολίες των αρχικών σταδίων της μετανάστευσης. Γι’ αυτόν τον λόγο, άλλη σημασία έχει η υιοθέτηση του διαχωρισμού τους πρώτους 6 μήνες ενός μετανάστη στην αλλοδαπή και διαφορετική η βαρύτητα της ίδιας επιλογής έπειτα από π.χ., 12 χρόνια παραμονής. Η στροφή προς τους συμπατριώτες για αναζήτηση στήριξης αποτελεί πολύτιμο ψυχοκοινωνικό όπλο του νεοφερμένου μετανάστη για να αντιμετωπίσει τις πολλαπλές επιπτώσεις του «πολιτισμικού σοκ». Αν όμως η προσκόλληση στους συμπατριώτες συνεχισθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, το άτομο θα εμποδιστεί να αποκτήσει τις δεξιότητες που χρειάζεται για την προσαρμογή του (εκμάθηση της γλώσσας, διεκπεραίωση γραφειοκρατικών συναλλαγών, εύρεση εργασίας κ.λπ.). Γι’ αυτό, συνήθως, όσο μεγαλώνει η διάρκεια παραμονής μειώνεται δραματικά το ποσοστό του «διαχωρισμού». Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που ο μέσος όρος παραμονής ενός μετανάστη από την Αλβανία που έχει αποδεχθεί την ελληνική του ταυτότητα είναι 9,4 χρόνια, ενώ των προερχομένων από ασιατικές και λατινοαμερικάνικες χώρες που τείνουν προς τον διαχωρισμό είναι κατά μέσο όρο 1,7 χρόνια. Εξαίρεση αποτελούν οι προερχόμενοι από αραβικές χώρες, οι οποίοι αν και έχουν 10,4 χρόνια μέση διάρκεια παραμονής στην Ελλάδα επιλέγουν τον «διαχωρισμό», για λόγους που συνδέονται ενδεχομένως με την πολιτισμική απόσταση μεταξύ χώρας προέλευσης και χώρας υποδοχής.
Ψυχολογική κατάσταση Συνήθως, όσο θετικότερη είναι η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση, τόσο καλύτερη είναι η ψυχολογική προσαρμογή. Ορισμένες φορές όμως συνυπάρχουν θετικές οικονομικές παράμετροι και αρνητική ψυχολογία (π.χ. έλλειψη επικοινωνίας με τα μέλη της οικογένειας, κακομεταχείριση, αίσθηση απώλειας δεξιοτήτων). Επομένως, σημειώνεται από τους ερευνητές, η ψυχολογική διάσταση της προσαρμογής των μεταναστών δεν πρέπει να αγνοείται ακόμη κι όταν ο οικονομικός απολογισμός είναι θετικός, διότι αυτή η κατάσταση καθιστά τους μετανάστες ευάλωτους. Μια κατάσταση που οφείλεται και στη συμπεριφορά της κοινωνίας υποδοχής προς τον μετανάστη. Οπως σημειώνουν οι ερευνητές, «είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε πως η προσαρμογή των μεταναστών δεν είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά δικών τους δράσεων και επιλογών, αλλά συνδέεται με τις στάσεις της κοινωνίας υποδοχής σε θεσμικό επίπεδο και σε επίπεδο καθημερινής αλληλεπίδρασης, δηλαδή είναι υπόθεση όλων μας».
Ποιες είναι οι ομάδες Οι μετανάστες, ανάλογα με τον βαθμό ενσωμάτωσής τους στην ελληνική κοινωνία, διακρίνονται σε τέσσερις ομάδες: Εναρμονισμένοι με την ελληνική πραγματικότητα. Το 46% των μεταναστών έχει επιλέξει να διατηρήσει την εθνικο-πολιτισμική του ταυτότητα και ταυτόχρονα να «ανοιχτεί» στην ελληνική κοινωνία. Οι μετανάστες αυτοί διατηρούν εξίσου καλές σχέσεις με τους συμπατριώτες τους και με τους Ελληνες. Χρησιμοποιούν εξίσου τη μητρική τους γλώσσα και την ελληνική, είχαν σχετικά καλή οικονομική κατάσταση στην πατρίδα τους πριν καταρρεύσει το σύστημα και επιθυμούν να παραμείνουν στην Ελλάδα. Τα άτομα αυτής της κατηγορίας παρουσιάζουν τους θετικότερους δείκτες ψυχολογικής και κοινωνικο-οικονομικής προσαρμογής. Ο τυπικός μετανάστης αυτής της κατηγορίας κατάγεται από την Αλβανία, έχει λάβει ανώτερη ή ανώτατη εκπαίδευση και ζει στην Ελλάδα 5 με 10 χρόνια. Αφομοιωμένοι από την ελληνική κοινωνία. Το 21% των μεταναστών επέλεξε να εγκαταλείψει την εθνικο-πολιτισμική του ταυτότητα και να απορροφηθεί από την ελληνική κοινωνία. Πρόκειται για όσους επιδιώκουν να έχουν στενότερες σχέσεις με Ελληνες παρά με συμπατριώτες τους, που χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα περισσότερο από τη μητρική τους. Εχουν το ίδιο υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης με όσους επιλέγουν την εναρμόνιση και είχαν καλή οικονομική κατάσταση στη χώρα προέλευσης. Οι μετανάστες αυτοί επιθυμούν να λάβουν την ελληνική υπηκοότητα και τα παιδιά τους να σπουδάσουν στην Ελλάδα. Και αυτά τα άτομα εμφανίζουν καλό επίπεδο ψυχολογικής και κοινωνικο-οικονομικής προσαρμογής. Τυπικός εκπρόσωπος αυτής της κατηγορίας είναι συνήθως γυναίκα που κατάγεται από τα Βαλκάνια (εκτός Αλβανίας) και διαμένει στην Ελλάδα περισσότερο από 10 χρόνια. Διαχωρισμένοι από τους Ελληνες. Το 25% των μεταναστών επιλέγει να διατηρήσει την εθνικο-πολιτισμική του ταυτότητα με ταυτόχρονη αποστασιοποίηση από την ελληνική κοινωνία. Τα άτομα αυτής της κατηγορίας χρησιμοποιούν τη μητρική τους γλώσσα είτε επειδή δεν έχουν την ευκαιρία να μάθουν ελληνικά, είτε από επιλογή. Στην κατηγορία αυτή συναντάται αυξημένο ποσοστό ανδρών που κατάγονται από αφρικανικές, αραβικές, ασιατικές ή λατινοαμερικάνικες χώρες. Είναι συνήθως βασικής εκπαίδευσης, σχετικά νεαρής ηλικίας, ανύπαντροι, με μικρή διάρκεια παραμονής στην Ελλάδα (έως 5 χρόνια). Σε απόσταση από ντόπιους και συμπατριώτες. Το 8% δεν έχει πολλές σχέσεις ούτε με συμπατριώτες ούτε με Ελληνες, και χρησιμοποιεί εξίσου και τις δύο γλώσσες. Οι μετανάστες αυτής της κατηγορίας ενδιαφέρονται ίσως για τη δική τους ατομική προσαρμογή, ανεξάρτητα από την ένταξη σε κάποια εθνική ομάδα, γι’ αυτό χρησιμοποιούν με ευελιξία και τις δύο γλώσσες. Ο αντιπροσωπευτικός τύπος μετανάστη αυτής της κατηγορίας κατάγεται κυρίως από την πρώην Σοβιετική Ενωση ή άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, είναι κάπως μεγαλύτερης ηλικίας από τον τυπικό εκπρόσωπο των άλλων κατηγοριών και έχει ανώτερη εκπαίδευση και μεγάλη διάρκεια παραμονής στην Ελλάδα.
ΓNΩMH Τα δύο τρίτα τουλάχιστον από αυτούς φαίνεται ότι αφομοιώνονται ή εντάσσονται στην ελληνική κοινωνία. Καθίσταται σαφές ότι είναι ανάγκη να χαραχθεί μια μακροπρόθεσμη μεταναστευτική πολιτική, που θα λαμβάνει υπόψη της τις εξής παραμέτρους: 1) Τον ρόλο που πρέπει να παίξει η Ελλάδα ως αναπτυξιακό – πολιτιστικό – μητροπολιτικό κέντρο στα Βαλκάνια, 2) την ανάγκη για την είσοδο στην αγορά εργασίας νέων ανθρώπων στους τομείς χαμηλής εξειδίκευσης, στοιχείο απαραίτητο για τη διατήρηση της αναπτυξιακής πορείας της χώρας, και 3) ότι η μη ενσωμάτωση των μεταναστών μπορεί να οδηγήσει σε νέες μειονοτικές ομάδες, με όποιους κινδύνους μπορεί αυτό να συνεπάγεται σε μια ασταθή πολιτικά περιοχή, όπως είναι τα Βαλκάνια.
* Ο Α. Ζαβός είναι πρόεδρος του Ινστιτούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής. |
Kathimerini, 2007. február 4.
Görög polgárnak tekintik magukat a bevándorlók
Egy vizsgálat szerint a Görögországban élő bevándorlók 67%-a betagozódott a görög társadalomba.
Maria Delithanasi A vizsgálatokat az Athéni Egyetem Pszichológia Tanszéke végezte, a Bevándorláspolitikai Hivatal (I.ME.PO) megrendelésére, a Nemzetközi Bank egy programjának keretében. Az, hogy a bevándorlók 67%-a tekinti második hazájának Görögországot (akár úgy, hogy megtartotta másik államporságát, akár anélkül), megdöntik azokat az elképzeléseket, hogy a reményvesztett bevándorlók a társadalom szélére sodródva és csoportokat alkotva erőszakos cselekedetekbe bocsátkoznak. A bevándorlók 46%-a úgy kapta meg a görög személyazonosságit, hogy mellette megtartotta a az addigit is, 21%-uk teljesen asszimilálódott a görög társadalomba, 25%-uk elkülönül a görögöktől és ragaszkodik a saját nemzeti identitásához, míg csak 8% az, aki távolságot tart a görögöktől és a saját nemzetiségű egyénektől is. Az asszimilálódásra leginkább hajlamosak a Balkánról (leginkább az Albániából érkezők), a volt kelet-európaiak. A leginkább távolságtartók az arab, és leginkább az afrikai területekről érkezők. A két nem közül elsősorban a nők azok, akik hajlamosak az asszimilációra, legtöbbjük a balkáni államokból (kivéve Albánia) és a volt Szovjetunióból érkezik, míg az elkülönülést választók többsége férfi, akik elsősorban afrikai és arab területekről vándorolnak be. A diplomások nagyobb mértékben választják a beolvadást, vagy a kettős identitást, ellentétben az alacsonyabban iskolázottaktól. Tény ugyanakkor az is, hogy magasabb iskolai végzettséggel általában az európai országokból érkeznek, míg az afrikai vagy arab vidékről érkezők kevésbé iskolázottak.
A első időszak A távolságtartó magatartás nem feltétlenül hosszú időre szóló viselkedési forma, előfordul, hogy csak a kezdeti nehézségek váltanak ki ilyenfajta reakciót. Így másként kell értelmezni ezt a fajta magatartást az első hat hónap alatt, mint mondjuk 12 hónap elteltével. Fontos támaszt jelentenek egy bevándorlónak a honfitársai a kezdeti időkben (a „kulturális sokk” feldolgozásában), ugyanakkor ez a közösség a későbbiekben az asszimilációt (a nyelv, szokások és kultúra befogadását) gátló tényező.
A pszichés helyzet Természetesen a jobb körülmények közt élő bevándorlók nagyobb hajlandóságot mutatnak a környezetük elfogadására, de speciális esetekben (a család hiánya, bántalmazások, hátrányos megkülönböztetés elszenvedése) ez sem igaz.
A bevándorlók csoportjai A bevándorlók, az asszimiláció mértékétől függően, a következő csoportokra bonthatók:
Mindezekből az a következtetés vonható le, hogy a bevándorlók nagy része vagy betagozódott a görög társadalomba vagy igyekszik azt megtenni. Ugyanakkor szüksége van az országnak egy olyan hosszabb távú bevándorlási politikára, amely figyelembe veszi Görögország szerepét a Balkánon, a magasan képzett fiatalok megjelenését a munkaerő-piacon, valamint annak a lehetőségét, hogy kialakulhatnak olyan etnikai csoportok, amelyek a Balkán ingatag politikai viszonyai között veszélyesek lehetnek a társadalomra nézve.
Magyarul összefoglalta: Kerényiné B. Eszter |
Szegedi Görög Kisebbségi Önkormányzat, 6721 Szeged, Osztrovszky u. 6., Tel.: + 36 62 424-248, 424-249, 547-966/fax, Email: info@szegedigorogok.hu